logo
Home Διαδρομή

Η ζωή και η διαδρομή του καλλιτέχνη

Μια μαρτυρία μεταξύ άλλων...
(
Μετάφραση από την Catherine Δανιηλίδης)


 

 

 

Παιδικά και νεανικά χρόνια
Η δεκαετία του 1960
- Σπουδές στο εξωτερικό
Η δεκαετία του 1970
- Επιστροφή στην Ελλάδα
- Βυζαντινές εικόνες
- Η παραδοσιακή λαϊκή τέχνη
- Αρχιτεκτονικές μελέτες, το χρώμα επιστρέφει στα κτίρια
- Χώματα και οξείδια, μια αποφασιστική έρευνα
Η δεκαετία του 1980.
- Οι βάρκες και η επιλογή των χρωμάτων
- Στους Πεταλιούς και στην Αίγινα
- Τακτική συνεργασία με εκδοτικούς οίκους στην Αθήνα,  και σκηνογραφία
Η τελευταία περίοδος
- Το Συναξάρι
- Η κόκκινη ώχρα, το χρώμα του τελευταίου καταφυγίου !
 

Παιδικά και νεανικά χρόνια

Ο Πέρης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου του 1939.

Ο πατέρας  του, ο Μίλτος Ιερεμιάδης, Έλληνας Μικρασιατικής  καταγωγής, ήταν γιός ενός εμπόρου που καταγόταν απο την Προύσα, και είχε μαγαζί στην Κωνσταντινούπολη. Η γιαγιά απο την μητέρα του καταγόταν από την Πρεμετή της Αλβανίας. Ο Μίλτος Ιερεμιάδης εργαζόταν σαν υφασματέμπορος  και κατείχε δικό του ραφείο. Υπήρξε στα νιάτα του μέλος του Αθλητικού Συλλόγου Πέραν Κωνσταντινουπόλεως, όπου έπαιζε στην ποδοσφαιρική του ομάδα, η οποία την εποχή εκείνη ήταν πρωταθλήτρια.

Η μητέρα του, η Ελένη Αλεξανδράκη, καταγόταν από τα Χανιά της Κρήτης. Είχε δύο αδελφούς, οι οποίοι κατα τη διάρκεια του Β’ παγκοσμίου πολέμου έκαναν εμπόριο στην

Ο Πέρης έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής μαζί με τη μητέρα του που ήταν χωρισμένη, και τη γιαγιά του.

Στο τέλος του πολέμου, πεθαίνει η γιαγιά του Πέρη. H Ελένη Αλεξανδράκη την είχε περιποιηθεί  παρά τις ακραίες υλικές στερήσεις της εποχής εκείνης. Αποφασίζει τότε να ταξιδέψει με τον Πέρη στην Αφρική για να σμίξουν όλοι μαζί με τα αδέλφια της. Εκεί θα συναντήσει τον δεύτερο σύζυγό της, τον  Δημήτρη Κάτρη, με τον οποίο θα αποκτήσει την ΄Εφη όταν ο Πέρης ήταν ήδη 10 ετών. Οι δυο τους, ο Πέρης, που ήταν τότε 5 ετών, και η μητέρα του, επιχειρούν να διασχίσουν την Αφρικανική ΄Ηπειρο. Ξεκίνησαν με την ανάπλευση του Νείλου με ποταμόπλοιο και έφθασαν στο Καμερούν χρησιμοποιόντας όλα τα μεταφορικά μέσα της εποχής εκείνης. Αυτό το ταξίδι θα αφήσει ανεξίτηλες εντυπώσεις  στη μνήμη του Πέρη και πολύ αργότερα, στην δεκαετία του 1990, θα ξαναβρεθεί για δύο μήνες στην Αίγυπτο μαζί με τον γιό του, εκπληρώνοντας ένα παλιό του όνειρο. Εκεί θα έρθει σε απευθείας επαφή με την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου που είχε γνωρίσει μέσα από τα διαβάσματα του και η οποία αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για το καλλιτεχνικό του έργο (Φαγιούμ, γλυπτική, λογοτεχνία, κλπ.).

Στο Καμερούν ζεί μέσα σε πολυμελές οικογενειακό περιβάλλον και παίζει με τα εξαδέλφια του που αργότερα εγκαταστάθηκαν στην Νότια Γαλλία. Θαυμάζει τους θείους του, ένας απ’αυτούς είχε ένα άλογο το οποίο «χόρευε» κάθε πρωϊ για το αφεντικό του, μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Πέρη. Ομως  η κράση του Πέρη δεν αντέχει το βαρύ κλίμα του Καμερούν, αρρωσταίνει και αναγκάζεται να επιστρέψει στην Ελλάδα μετά από δύο χρόνια.

Familles Alexandrakis et Katris, au Cameroun, vers 1944.

 

 

 

 

 

Péris au Cameroun, à 7 ans.
 
 
1959, photo d’identité.
Σε ηλικιά επτά χρονών, εγγράφεται ως εσωτερικός μαθητής σ΄ένα Δημοτικό σχολείο του Παλαιού Φαλήρου και στη συνέχεια στο γυμνάσιο της Σχολής Χατζηδάκη στο Γαλάτσι. Στα σχολικά του χρόνια δημιούργησε φιλίες που τον συνόδεψαν σ΄όλη του τη ζωή. Την ημέρα της κηδείας του, ήταν παρόντες ένας καθηγητής και ορισμένοι παλιοί συμμαθητές του. Τα σαββατοκύριακά του τα περνάει στην Αθήνα με τον πατέρα του και με κάποιες θείες της μητέρας του που τον περιποιούνται πολύ στο σπίτι τους. Ο Πέρης και η μητέρα του σμίγουν κατά τις καλοκαιρινές διακοπές, στην Ελλάδα, και συχνά στη Γαλλία. Σε ηλικία δεκαπέντε χρονών, διακρίνεται ως αθλητής υψηλού επιπέδου, καταρχάς στην κολύμβηση και μετά στο μπάσκετ. Από την περίοδο αυτή ξεκινάει ο θαυμασμός του για την κομψότητα, τον κλασσικό χορό και τα αθλητικά θεάματα. Με τους φίλους του περνάει πολλά βράδια στην ταράτσα του σχολείου τους,  ακούγοντας τα τραγούδια του Φελίξ Λεκλέρ (Felix Leclerc). ΄Όταν τελείωσε το Λύκειο, αποφασίζει να πάει στο Παρίσι για να σπουδάσει ζωγραφική.


Η δεκαετία του 1960

Σπουδές στο εξωτερικό

Ο Πέρης ζωγράφιζε από μικρός. Το 1958 εισάγεται στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού, στο τμήμα ζωγραφικής. Από τα αρχεία της Σχολής της περιόδου 1959-1966 επιβεβαιώνονται τα εξαιρετικά αποτελέσματά του στα μαθήματα που παρακολουθεί (22 έπαινοι). Στο Παρίσι εμβαθύνει τις γνώσεις του στη γαλλική γλώσσα, ασχολούμενος με τη μελέτη φιλοσοφικών βιβλίων, και επισκεπτόμενος συστηματικά την Κινηματογραφική Λέσχη. Συχνάζει στα διάφορα μουσεία του Παρισιού και αποκτά βαθιές γνώσεις της ιστορίας της Τέχνης. Ανακαλύπτει το γαλλικό τραγούδι με ιδιαίτερη προτίμηση στους Georges Brassens, Jacques Douai και Mouloudji.

Από την εποχή  εκείνη σώζονται αρκετά σχέδια και ζωγραφιές. Τα περισσότερα είναι ασκήσεις από τις σπουδές του στη Σχολή. Σώζονται επίσης αρκετές μικρές ασπρόμαυρες φωτογραφίες που απεικονίζουν σκίτσα για τη μελέτη μορφών με πολύ μοντέρνο ύφος, και που μαρτυρούν τις προσωπικές του αναζητήσεις. Για να αντεπεξέλθει στα έξοδα των σπουδών του, εργάζεται σαν σχεδιαστής στο γραφείο του κυρίου Breski, ένας αρχιτέκτονας-μηχανικός και παλιός εξόριστός πολωνικής καταγωγής για τον οποίο έχει μεγάλη εκτίμηση.

 Dans le cabinet d’architecte de Monsieur Bresky, Paris, années 1960.

Εγκαταλείπει το Παρίσι λίγο μετά τα γεγονότα του Μάη του 1968. Αν και ονειρεύεται πάντα την ημέρα της επιστροφής του, δεν  θα επιστρέψει ποτέ. Από την περίοδο  αυτή, διατηρεί τις φιλικές του  σχέσεις με ΄Ελληνες και Γάλλους, μα κυρίως με την οικογένειά του στη Γαλλία που την αποτελούσαν η πρώτη του σύζυγος, Evelyne Demangeon και η κόρη του, Κατίνα. Στο Παρίσι επίσης συνάντησε τη δεύτερη σύζυγό του, τη Γιούλη Δεληγιάννη, ελληνικής καταγωγής, με την οποία θα αποκτήσει ένα γιό, τον Μίλτο, όταν θα γυρίσει στην Ελλάδα (1975).

Το 1969 ζεί για  έξι μήνες στο μικρό ορεινό χωριό, La Payolle στις Cévennes της Γαλλίας, μια περίοδο που αγάπησε και στην οποία ανέτρεχε με πολλή νοσταλγία. Ακολούθησαν ένα εξάμηνο στη Ρώμη και άλλα δύο χρόνια στη Φρανκφούρτη. Για να κερδίσει τη ζωή του, προσωρινώς εργαζόταν ως νυχτοφύλακας, κάτι που του έδωσε την ευκαιρία να διαβάσει με πάθος τα αρχαία κείμενα και να ανακαλύψει τους Γερμανούς φιλόσοφους.

 

  Atelier à Paris, années 1960.

Η δεκαετία του 1970

Επιστροφή στην Ελλάδα

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1972 – κατά την διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών – ξεκινάει η δεύτερη περιόδος της καλλιτεχνικής του πορείας, περίοδος δημιουργικότητας και προσωπικής αναζήτησης. Σημαντικός λόγος για την επιστροφή του ήταν η επιθυμία του να συμπαρασταθεί στον πατέρα του στο τέλος της ζωής του. Στην καθημερινότητά, αναγκάζεται να αντιμετωπίζει τις υποχρεώσεις του σαν καλλιτέχνης και συνάμα σαν οικογενειάρχης. Παράλληλα πρέπει να χαράξει το δικό του δρόμο του για να κάνει αισθητή την παρουσία του στον χώρο της Τέχνης, πράγμα αρκετά δύσκολο. Μετά από δύο χρόνια στρατιωτικής θητείας, στη διάρκεια της οποίας φιλοτέχνησε με τοιχογραφία την καντίνα του στρατοπέδου, γίνεται « δημόσιος υπάλληλος » του Υπουργείου Εμπορίου, απασχόληση πολύ δυσάρεστη για τον Πέρη. Αλλά συνεχίζει να ζωγραφίζει εντατικά, δραπετεύοντας από τη δίνη των κοινωνικών και υλικών στενοχωριών.

Διαμένει στο Κουκάκι, στην οδό Μπότσαρη, μετά στο Φάληρο, και στη συνέχεια στο Παγκράτι. Σ’αυτή την περίοδο γεννιέται ο Μίλτος, ο υιός του Πέρη.



Croquis, années 1970.
 

 

Croquis, années 1970.

Croquis, années 1970.
 

Ο Πέρης ζωγραφίζει κυρίως με μολύβι και με μελάνι, έχοντας μόνιμη συντροφιά του το σημειωματάριο του για προσχέδια και τα μολύβια του. Σχεδιάζει τα λουλούδια, τους θάμνους που συναντά σε περίπατο όποτε καταφέρνει να δραπετεύει και να περιπλανιέται στις πλαγιές του Υμηττού. Ο Πέρης δεν έχει αυτοκίνητο αλλά πεζοπορεί, διασχίζοντας τους δρόμους και τα περίχωρα της πόλης. Όταν του δίνεται η ευκαιρία, αναζητά τον καθαρό αέρα στα βουνά ή στο Μαρμάρι της Εύβοιας, βρίσκοντας κοντά στη φύση τη γαλήνη που του είναι απαραίτητη.

Κάνει την πρώτη του έκθεση το 1978 στη γκαλερί « Νέες Μορφές », στην Αθήνα, με τίτλο «Σχέδια».

Βυζαντινές εικόνες

Αφιερώνεται με πάθος στην μελέτη των βυζαντινών εικόνων, και ιδιαίτερα στη σύνθεσή τους. Με την ίδια αφοσίωσή και επιμονή, προσπαθεί να πλησιάσει το μυστήριο των εικόνων, όπως και αργότερα όταν θα δημιουργήσει τη συλλογή σχεδίων με θέμα τις βάρκες. Ο Marcel Durand, πρώην Διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου, τον συγκρίνει με χειρούργο που δουλεύει με το νυστέρι του. (lien vers article de Marcel Durand). Αλλά η σχέση του με τις εικόνες είναι καθαρά πνευματική, εμπνευσμένη από την ανάγνωση των Πατέρων της Εκκλησίας και την μελέτη των πιό σπουδαίων ειδικών, όπως πχ. ο Paul Evdokimov που ασχολήθηκε με αυτό το αντικείμενο. Ο Πέρης, μετά τον θάνατο του πατέρα του, αρχίζει να σχετίζεται με ένθερμο ζήλο τη μικρή κοινότητα των θρήσκων χριστιανών που εκκλησιάζονται στο Μετόχι, εκκλησία που βρίσκεται στην Πλάκα, στις πλαγιές της Ακρόπολης. Παράλληλα οι τοίχοι στο εργαστήριο του καλύπτονται σταδιακά με σκίτσα από χέρια, κεφαλές με το φωτοστέφανο και γενειάδες αγίων, σχεδιασμένα με μολύβι ή κάρβουνο. Από αυτήν την εποχή, ο Άγιος Γεώργιος με τον Δράκο επικρατεί στη φαντασία του και θα αποτελέσει ένα ξεχωριστό θέμα με το οποίο θα ασχοληθεί αργότερα.

 

L'Ange Gabriel (fusain, grand format )


 

 « Une chatte et un chat d’un conte » (croquis sur une page de cahier)

 

Η παραδοσιακή λαϊκή τέχνη

Δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παραδοσιακή λαϊκή τέχνη : υφάσματα, χαλιά, αντικείμενα κατασκευασμένα από φυλακισμένους, ζωγραφιές πάνω σε ξύλο (πάνω σε κιβώτια, ξύλινες επιφάνειες, κλπ.), υδατογραφίες που παριστάνουν μεγάλα ιστιοφόρα. Θαυμάζει τις συλλογές του Μουσείου Μπενάκη στην Αθήνα, το οποίο επισκέπτεται συχνά. Φιλοτεχνεί και εκδίδει τους χάρτες της Αίγινας (το 1972 για λογαριασμό της Μονής του Αγίου Μηνά που είχε ιδρυθεί από δύο θείες του), της Κρήτης, της Ρόδου και της Σαλαμίνας. Επιμελείται την καλλιγραφία στο πλαίσιο μίας διαφημιστικής εκστρατείας για λογαριασμό της ενημερωτικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εμπορίου. Παρόμοιο καλλιγραφικό είδος γραφής εμφανίζεται  στα έργα που φιλοτέχνησε το 2000.


Αρχιτεκτονικές μελέτες, το χρώμα επιστρέφει στα κτίρια

Αρχίζει επίσης να συνεργάζεται σε αρχιτεκτονικές μελέτες με έναν όμιλο αρχιτεκτόνων ή και με ιδιώτες, έχοντας την επιμέλεια του κοσμητικού χρώματος των κτιρίων. O Πέρης έπαιξε κάποιο ρόλο στην επιστροφή του χρώματος στην αρχιτεκτονική αυτής της περιόδου. Γιατί μέχρι τότε το λευκό επικρατούσε, όπως διαπιστώνει κανείς στα συνήθη στερεότυπα της διαφήμισης που προβάλλουν τα σπίτια της Ελλάδας. Με την επιλογή των χρωμάτων, ο Πέρης στοχεύει να επαναφέρει στην κατοικία την συμβολική της  παραδοσιακή υπόσταση. Δηλαδή η ζεστασιά της ώχρας στην πρόσοψη υπογραμμίζεται από τη κόκκινη ώχρα που θυμίζει το θεμέλιωμα στη γή. Τα υψηλότερα σημεία του κτηρίου τα ντύνει με το λουλάκι χρώμα του ουρανού. Για τον Πέρη, η στέγη μοιάζει με τα φτερά του ουρανού που ακούμπησε για να ξαποστάσει.

 

 

Péris à Paris, vers 1969.

 

Εργασία σχετική με δύο καλλιτέχνες

Παράλληλα με αυτές τις διάφορες μελέτες και εργασίες, ο Πέρης αφιερώνεται σε δύο πολύ σημαντικούς Έλληνες καλλιτέχνες :

Πρώτα επωμίζεται την επεξεργασία της τελικής μορφής και της παρουσίασης νεότερης έκδοσης αφιερωμένης στο μεγάλο Έλληνα γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά (1851-1938). Αργότερα, το 2004, ασχολείται με την σκηνογραφία μιας μόνιμης έκθεσης για τον ίδιο καλλιτέχνη στην Τήνο, έκθεση επισκέψιμη ώς σήμερα.

 

 

Επίσης αρχειοθετεί το έργο του Έλληνα αρχιτέκτονα Δ. Πικιώνη (1887-1968) σε συνεργασία με την κόρη του, Αγνή Πικιώνη, εν όψει μιας σημαντικής έκδοσης. Ο Πέρης που περνάει καθημερινά μέσα από τα  πλακόστρωτα δρομάκια και τους κήπους της Ακρόπολης, έργο του Πικιώνη, είναι λάτρης των καλλίγραμμων τοιχίων, δηλαδή των πραγματικά « αυθεντικών » τοιχίων, στημένων από πέτρες αριστοτεχνικά λαξεμένες και συναθροισμένες. Είκοσι χρόνια αργότερα, το 2001, με την υποστήριξη του εκδοτικού οίκου ΄Ινδικτος και με την καθοδήγηση της Αγνής Πικιώνη, πραγματοποιεί το όνειρό του, φιλοτεχνώντας την έκδοση σχετική με το μοναδικό αυτό αρχιτεκτονικό δημιούργημα που θαυμάζουμε ακόμα σήμερα.



 
Atelier de Koukaki (Philopappou) éclairé aux bougies, avec Nikos Kalafatis, son beau-frère, Athènes, 2005.
 

Το 1980 ζει χωρισμένος από την δεύτερη σύζυγό του και διαμένει στο Κουκάκι, στο λόφο του Φιλοπάππου, μια συνοικία που του αρέσει πολύ διότι ξεχωρίζει για την ηρεμία της και την αριστοκρατική της ατμόσφαιρα. Εγκαταλείπει το πρώτο του εργαστήριο που κινδύνεψε να κατεδαφιστεί μετά από ένα σεισμό, και εγκαθίσταται μόνιμα στην οδό Μαυροβουνιώτη 9. Επάνω στη στέγη του σπιτιού, κατασκευάζει μια ταράτσα, βαμμένη με ώχρα και οξείδιο χαλκού, που την σκιάζουν μερικοί κλάδοι φοίνικα. Στο εισόγειο, δύο κύρια δωμάτια : το εργαστήρι του και η κρεβατοκάμαρά του, όπου εργάζεται απομονωμένος και ζει μακριά από την κοσμοβοή, κι’ένα τζάκι-εστία να τον συντροφεύει με τη φλόγα του. Για τον Πέρη, όπου σπίτι και εστία. Φτιάχνει τα τραπέζια εργασίας του με ξυλεία που μαζεύει από τη γειτονιά.


 

 

 

 

 

 

 

Bárba-Yórgos, Théâtre de Karaghiozis (sanguine, 24x32, Années 1980)
 
 
Autoportrait, années 1980.
 

Η επανάληψη του πορτραίτου

Το πορτραίτο είναι ένα απο τα θέματα που επαναλαμβάνονται στο έργο του Πέρη. Μελετάει όλα τα είδη μορφών, και απεικονίζει με μαστοριά τα αγάλματα της ελληνικής Αρχαιότητας, τα πορταίτα των νομισμάτων και του Φαγιούμ, τις βυζαντινές εικόνες, τα ανθρωπάκια του Καραγκιόζη καθώς και τις φωτογραφίες των συγγενών. Ζωγραφίζει με μολύβι, με κάρβουνο και με γόμμα. Αφαιρεί μάλλον παρά προσθέτει, και με το μολύβι στο χέρι, ψάχνει τις γραμμές των προσώπων χωρίς να σχεδιάζει το περίγραμμά τους. Ενδιαφέρεται προ πάντων για την έκφραση του προσώπου, την ξεχωριστή ζωηράδα του. Με το μολύβι εξετάζει υπομονετικά τις ιδιαίτερες γραμμές κάθε φυσιογνωμίας, όπως ένας γλύπτης βγάζει απο το μάρμαρο μια ανάγλυφη μορφή, σαν να είταν ήδη έγκλειστη στο εσωτερικό της πέτρας. Με την ίδια νεοπλατωνική προσέγγιση της τέχνης ο Πέρης θα συνδέσει αργότερα μέσα στο υλικό της μπογιάς, το φώς και το σκοτάδι ή το θετικό και το αρνητικό, την διαφάνεια και την αδιαφάνεια.

   

 

 

 

 

 Croquis inspiré du Fayoum (années 1980, 20x20 cm).

Croquis inspiré du Fayoum (années 1980, 20x20 cm).

 

 

 

 

 

 

Χώματα και οξείδια, μια αποφασιστική έρευνα

Κατά την δεκαετία του 1980, πιθανώς οδηγημένος απο την εργασία του ως σύμβουλος χρώματος των κτηρίων, δίνεται εξ ολοκλήρου σε μια συστηματική έρευνα περί χωμάτων και οξειδίων. Μέσα στο εργαστήριο του, επάνω στα τραπέζια, έχει δοχεία τακτοποιημένα με την σειρά, γεμάτα χώματα αναμιγμένα με τέχνη, που τα υγραίνει σχεδόν κάθε μέρα. Τα έργα που σκεπάζουν τους τοίχους εμφανίζουν ποικιλόχροες κλίμακες σε διάφορες μορφές, με γεωμετρικά και πολύπλοκα σχήματα, κύκλους, ομόκεντρους κύκλους, ευθείες γραμμές, τετραγωνάκια, ρόμβους, ωοειδή σχήματα, λουλούδια, κτλ… Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο  Πέρης προσονομάστηκε, « ο Ευγενής των χρωμάτων ». Έτσι δημιούργησε υπομονετικά εκατοντάδες ζωγραφιές ανέκδοτες αυτός ο ευγενής καλλιτέχνης που απόφευγε να συζητάει για την μυστική αλχημεία των χρωμάτων και της τέχνης του.

 

 

 

 

 

 

 


Η δεκαετία του 1980.


Οι βάρκες και η επιλογή των χρωμάτων

Το ταλέντο του Πέρη εκδηλώνεται λαμπρά σε μια σειρά εκθέσεων, μεταξύ άλλων την έκθεση «των βαρκών» to 1995. Ο Πέρης εγκαινιάζει τολμηρά μια ζωγραφική έγχρωμη. Η σταθερή μολυβιά του και η κυριαρχία των χρωμάτων, άμεση και καινοτόμος, συντελούν σε μια έκφραση ασύγκριτη και εντελώς προσωπική. Έως τότε δεν είχε εκθέτει παρά σκίτσα με μολύβι. Η παραγωγή του θα επιτρέψει πολλές εκθέσεις, κατά μέσον όρο κάθε δύο χρόνια, μεταξύ άλλων «τα Λουλούδια», «τους Αη Γιώργηδες»  και  « τα Ζευγάρια». 

 

 

 

 « Raisins et poisson » (2006).

 

"Saint-Georges" (2006).
 

 

Στον ποιητικό κόσμο του Πέρη, οι βάρκες χορεύουν μαζί με τα ψάρια, τα λουλούδια, τα λεμόνια και τα σταφύλια. Μέσα σ’αυτό τον κόσμο, ο καλλιτέχνης μεταμορφώνει τα αντικείμενα της καθημερινότητας που έχει γύρω του, το σιδερένιο σομιέ, την λάμπα που κρέμεται απο το ηλεκτρικό σύρμα, την χειρολαβή της πόρτας, την κρεμάστρα, τα φρούτα αγορασμένα στην αγορά. Αλλά υπάρχει και ιεράρχηση σ’αυτό τον κόσμο, όπου το αόρατο και το ορατό παραμένουν παρόντα και αχώριστα. Αναγνωρίζονται ή απο την σύνθεση των πινάκων, ή απο την μεταχείριση των χρωμάτων. Κατά την γόνιμη αυτή περίοδο (1980-2007), ο Πέρης δημιουργεί έξοχα έργα, τους Αη Γιώργηδες, τα τοπία της φαντασίας του σε μεγάλο μέγεθος, τις νεκρές φύσεις και τα ζευγάρια, που μαρτυρούν ότι ανήλθε στην πλήρη καλλιτεχνική του ακμή. Σ’αυτά τα έργα το λουλάκι, η ώχρα και το κόκκινο πάλλονται με μία εξαιρετική χάρη.

Στους Πεταλιούς και στην Αίγινα

Κατά την δεκαετία του 1990, ο Πέρης ανακαλύπτει τους Πεταλιούς, ένα νησί νοτιοδυτικά της Εύβοιας. Για την διάβαση ως τους Πεταλιούς, προστρέχει σ’ενα ναύτη του Μαρμάρι Εύβοιας, τον Ζούμπερη, που προσανατολίζεται κατά τον πλου μόνο με τον άνεμο, με κλειστά τα μάτια.... Από την Αθήνα, ο Πέρης φθάνει κάποτε στο νησί το βράδυ, και κοιμάται στο αμπάρι του πλοίου, έχοντας μαζί του τις προμήθειες τροφίμων και νερού, έτοιμος για την διάβαση την επομένη το πρωί. Ζει μέσα σε μια έρημη στάνη, που την σκιάζουν δύο μεγάλοι κέδροι, 45 λεπτά μακριά με τα πόδια, επάνω σ’ένα λόφο. Ο Πέρης  μεταβαίνει στους Πεταλιούς όσο μπορεί  πιο συχνά. Εκεί, ούτε νερό ούτε ανέσεις. Οι προμήθειες αποτελούνται από ψωμί, τυρί, σαρδέλες κονσέρβα και ελιές, και διαρκούν συνήθως 5 μέρες.  Επί τόπου, βρίσκει κανείς σύκα, θυμάρι κατά βούληση, και ενίοτε φρέσκα ψάρια όταν οι ψαράδες ρίχνουν τα δίχτυα τους στα παράλια. Το νερό δροσίζεται σ’ένα σταμνί κρεμασμένο στο κέδρο. Αυτός ο έρημος τόπος, όπου συχνάζουν μόνο δύο βοσκοί, γίνεται πολύτιμο για τον Πέρη. Γι’αυτό προσονομάστηκε «ο Αγριόγατος των Πεταλιών».  

 

 
 
Péris et Alexis - Sieste sur "Le lit" (Pétali, 1999).

Στο καφενείο του Μαρμάρι, τον προσονομάζουν « ο τρελλός των Πεταλιών ». Λίγα χρόνια αργότερα, ο Πέρης φτειάχνει με την βοήθεια του εγγονού του,  Αλεξίου, δέκα χρονών, ένα κρεβάτι κοντά στην παραλία Βασιλικό, ανάμεσα στους θάμνους. Προτιμάει να παραμένει μπροστά στην θάλασσα, να συλλογιέται και να ζωγραφίζει. Ο Πέρης ζει πότε στην Αθήνα όπου έχει το εργαστήριό του, τους φίλους του, και την εκκλησία, πότε στους Πεταλιούς όπου βρίσκει το φυσικό περιβάλλον απαραίτητο για την εργασία του.

Μια μέρα, αποβιβάζοντας από το πλοίο του Ζούμπερη, ένα ατύχημα τον τρομάζει και τον πληγώνει τόσο πολύ που αποφασίζει να μήν ξαναέρθει πιά στους Πεταλιούς,  λατρεμένο νησί αλλά και επικίνδυνο. Από τότε, μεταβαίνει τακτικά στην Αίγινα, στο σπίτι της αδελφής του, και το 2006, στους Βλαχήδες, ένα απομονωμένο οικισμό της ανατολικής ακτής, όπου νοικιάζει ένα σπιτάκι μαζί με την τρίτη και τελευταία σύντροφό του, την Σοφία Σκούρα. Φτειάχνει ένα κρεβάτι στο μπαλκόνι, και το μεταχειρίζεται  επίσης ως τραπέζι εργασίας, αυτό θα είναι το τελευταίο του εργαστήριο.




Τακτική συνεργασία με εκδοτικούς οίκους στην Αθήνα,  και σκηνογραφία

Επί περισσότερα από 30 χρόνια, ο Πέρης δεν έπαυσε να συνεργάζεται με εκδοτικούς οίκους για εικονογραφίες βιβλίων, ενίοτε με την Τζούλια Τσιακίρη, διευθύντρια του οίκου « Το Ροδακιό », ή τακτικά με τον Μανώλη Βελιτζανίδη, διευθυντή των εκδόσεων Ίνδικτος. Από το 1998, αναλαμβάνει την σελιδοποίηση και την εικονογραφία του περιοδικού  « Έρουρεμ »,  που αργότερα μετονομάστηκε Ίνδικτος, όπως ο  εκδοτικός του οίκος. Το πρώτο και το τελευταίο τεύχος αυτού του περιοδικού είναι εικονογραφημένα με τα έργα του Πέρη, « οι βάρκες », « οι τοίχοι » και « οι Αη Γιώργηδες », δείχνοντας έτσι όλο το κύκλο της καλλιτεχνικής του δημιουργίας. Με τις εκδόσεις  Ίνδικτος θα εκτελέσει και το βιβλίο αφιερωμένο στο έργο του αρχιτέκτονα Δημήτρη Πικιώνη μέσα στους κήπους της Ακρόπολης.  

Ο Πέρης πραγματοποιεί επίσης τα σκηνικά και τις φορεσιές του θεατρικού έργου « Λίγα απ’όλα »  του Αντώνη Μόλλα, το 2000 στο θέατρο Σφενδόνη Αθηνών, σε σκηνοθεσία του Δήμου Αβδελιώδη. Είναι μια προσαρμογή του Καραγκιόζη για το θέατρο σκιών.

Το 2005, αφιερώνεται στην παρουσίαση της μόνιμης έκθεσης των γλυπτών του Γιαννούλη Χαλεπά, στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού, μια έκθεση επισκέψιμη ως σήμερα.   

 

 

Affiche pour la pièce de théâtre "Un peu de tout" d'Antonis Mollas  (metteur en scène: Dimos Avdeliodis), au Théâtre Sfendoni, à Athènes, 2000.

Η τελευταία περίοδος


"Saint-Nectaire"
(pigment gratté, 2005).
 

Το Συναξάρι

Το Ιερό Κοινόβιο Ορμυλίας του παραγγέλλει ένα Συναξάρι σε 12 τόμους (εκδόσεις Ίνδικτος, 2006), και τα τελευταία έργα του Πέρη συναρτώνται με αυτήν την εργασία, ως πρός την τέχνη και την συμβολική.

Ο Πέρης χαράζει κατ΄ευθείαν με το στιλέτο την χρωστική ουσία προσκολλημένη επάνω στο ξύλο, και ζωγραφίζει περίπου εκατόν πορτραίτα αγίων και μερικές αναπαραστάσεις χριστιανών μαρτύρων. Είναι επίσης επιφορτισμένος με την εικονογραφία και τις μικρογραφίες που σημειώνουν την αρχή των κεφαλαίων. Επί πολλούς μήνες αναλαμβάνει αυτήν την δουλειά με το ζήλο ενός καλογήρου, μέχρι εξάντληση. Ξέρει ήδη ότι πάσχει από σοβαρή ασθένεια, ούτως ώστε αναγκάζεται να αποποιηθεί την προσπάθεια πρίν το τέρμα της. Είχε ολοκληρώσει τους τόμους της περιόδου εκκινώντας από τον Σεπτέμβριο και καταλήγοντας στο Φεβρουάριο. Την ίδια τεχνική την μεταχειρίζεται στις τελευταίες δημιουργίες του.

             



     
Péris, Juillet 2006 et Pâques 2007, Egine.
Mur de Vlachydès (2007).
 

Η κόκκινη ώχρα, το χρώμα του τελευταίου καταφυγίου !

Τα χρώματα του Πέρη ήταν μέχρι τότε έντονα, λίγα και μεταξύ τους έκαναν αντίθεση. Τώρα, η κόκκινη ώχρα, το χρώμα του τελικού καταφυγίου, του χώματος, γίνεται μοναδικό χρώμα. Αποποιείται τα περιττά με πνεύμα ακραίας οικονομίας για να πεί τα ουσιώδη, την προετοιμασία του τελευταίου του ταξιδιού, το οποίο εικονίζεται μέσα στα αυθεντικά τείχη που του αρέσουν τόσο πολύ, με πόρτες συχνά κλειστές και παράθυρα ορθάνοιχτα. Αυτά τα προαγγελτικά τείχη αποτελούν η τελευταία ζωγραφική του παραγωγή. Ο Πέρης εμπνεύστηκε από τα παρεκκλήσια της αρχαίας ακρόπολης της Αίγινας και από γκρεμισμένα τείχη των Βλαχήδων, όπου περνάει τα τελευταία του απογεύματα.

Ο δράκος του Αγίου Γεωργίου τον περιτριγυρίζει. Είναι εδώ, κυριαρχεί το χωριό. Ο Πέρης τον διαισθάνθηκε και τον περιμένει ήσυχα.

                                 Κατίνα Ιερεμιάδη, Ιούλιο 2009.



Vlachydès, Egine, printemps 2007.


 

Επιστροφή

Τα εργαστήρια



Κάθε αναπαράσταση ή αναπαραγωγή ολική ή μερική δίχως τη συναίνεση του δημιουργού ή των δικαιούχων του και των διαδόχων τους είναι παράνομη.  


Joomla SEO by AceSEF